Härlig är jorden/World of Glory from Roy Andersson on Vimeo.



Όταν η κρίση συνάντησε τους πρόσφυγες
1. O περιττός πληθυσμός, οι πρόσφυγες και η βιο-εξουσία

Ο Eric Hobsbawm αναφέρει ότι το συνολικό πάγιο κεφάλαιο (μηχανολογικός εξοπλισμός, παραγωγικές κτιριακές εγκαταστάσεις, δρόμοι, λιμάνια κλπ), στη Γαλλία και την Ιταλία μειώθηκε στη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου κατά 8% και 7% αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αντίστοιχη μείωση στην Ελλάδα της οικονομικής συντριβής (2010-2016) ανέρχεται ήδη σε 8,2% και θα αυξηθεί περαιτέρω κατά το 2017.

Το παραγωγικό σύστημα, λοιπόν, συρρικνώνεται σε δραματικό βαθμό, συγκρίσιμο με εποχές πολέμου. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε ότι κάθε μονάδα κεφαλαίου παγίου κεφαλαίου που έχει διαφύγει της καταστροφής τίθεται σε κίνηση από λιγότερους εργαζόμενους επειδή υπο-χρησιμοποιείται, και επιπλέον, κάθε εργαζόμενος αμείβεται με πολύ χαμηλότερο μισθό.

Βρίσκεται έτσι σε εξέλιξη μια κρίση αναπαραγωγής των εργαζόμενων κοινωνικών τάξεων: Οι εργαζόμενοι που δεν είναι αναγκαίοι για την αξιοποίηση του μειωμένου και μειούμενου κεφαλαιακού αποθέματος στην Ελλάδα, δεν είναι σε θέση να πουλήσουν την εργασιακή τους δύναμη, διότι αυτή δεν μπορεί να πουληθεί στον επιχειρηματικό τομέα παρά μόνον υπό τον όρο ότι μπορεί να αξιοποιήσει το κεφάλαιο, να παράγει κέρδη -- αυτή είναι η χρησιμότητά της στον καπιταλισμό. Ούτε μπορεί να πουληθεί στον δημόσιο τομέα για τους γνωστούς λόγους. Έτσι, η αναπαραγωγή μερίδων των εργαζόμενων τάξεων πραγματοποιείται ατελώς, μερικά, για τον απλό λόγο ότι αυτές στερούνται το μοναδικό ή κύριο εισόδημά τους. Οι άμεσες και έμμεσες δαπάνες αναπαραγωγής της κοινωνικής ομάδας των μισθωτών ανέρχονται σήμερα στην Ελλάδα σε περίπου 55% των αντίστοιχων δαπανών του 2008 (σε αγοραστική δύναμη). Σε μια τέτοια κατάσταση, όπου η αναπαραγωγή του κεφαλαίου δεν μπορεί να συμπεριλάβει στην κίνησή της την αναπαραγωγή μερίδων των εργαζόμενων τάξεων, αυτές αποκλείονται από τον κόσμο της εργασίας, μερικώς ή πλήρως, πρόσκαιρα ή οριστικά.

Ο μερικός ή πρόσκαιρος αποκλεισμός περιγράφεται από την έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού, που αναφέρεται στις διαθέσιμες προς εκμετάλλευση εργασιακές εφεδρείες. Καθώς ο αποκλεισμός είναι μερικός ή πρόσκαιρος, οι εργασιακές εφεδρείες μπορούν να επανενταχθούν κάποια στιγμή, στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια, στη κίνηση της συσσώρευσης κεφαλαίου, διότι διατηρούν ακόμα, έστω εν μέρει, τις ικανότητές τους προς εργασία ωφέλιμη για το κεφάλαιο. Ο πλεονάζων πληθυσμός ανήκει στην κανονικότητα του καπιταλισμού, διότι οι διακυμάνσεις του ακολουθούν τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής και μειώνουν το κόστος σε επίπεδα συμβατά με τις απαιτήσεις κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Οι βραχυχρόνια άνεργοι, οι επισφαλείς, οι αδήλωτοι, οι περιστασιακοί, οι χωρίς χαρτιά, οι μετανάστες, οι αποθαρρυμένοι άνεργοι, είναι μερικές κατηγορίες που ανήκουν στον πλεονάζοντα πληθυσμό.

Ο ολικός ή μόνιμος αποκλεισμός από τον κόσμο της καπιταλιστικής εργασίας μπορεί να περιγραφεί με τον όρο του περιττού πληθυσμού (περιττού από την άποψη της καπιταλιστικής οικονομίας), για τον οποίο δεν υπάρχει στον ορίζοντα προοπτική ένταξής του στην κίνηση της συσσώρευσης κεφαλαίου. Σε αντίθεση με τον πλεονάζοντα, ο περιττός πληθυσμός αναφέρεται στη διάρρηξη της οικιακής εργασιακής διαδικασίας (της εργασίας δηλαδή στο εσωτερικό των νοικοκυριών), στη συγκέντρωση πληθυσμού στα slums (Roy 2011)[1], στις παρακμάζουσες συνοικίες και πόλεις (Amin 2013)[2], σε περιοχές “κοινωνικής εξορίας” όπως τα παρισινά banlieus (Dell’Umbria)[3], σε “εκτός των τειχών” περιοχές της Λατινικής Αμερικής που εξοστρακίζουν τους φτωχούς από τον χώρο της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στα ιδρύματα εγκλεισμού και πρόνοιας, στους αστικούς χώρους που εγκαταλείπονται από την κρατική εξουσία στην παραβατικότητα και την εγκληματικότητα, στη διάχυτη φτώχεια, στέρηση και επισφάλεια που εγκαθίσταται στους πόρους των “κανονικών” συνοικιών, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών κλπ. Από τη στιγμή που οι περιττοί πληθυσμοί αποκλείονται, εντείνεται συν τω χρόνω η αναντιστοιχία της ύπαρξης αυτών των πληθυσμών και της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, καθώς οι ικανότητές τους, κρίσιμες μορφές γνώσης και κοινωνικές δεξιότητες σβήνουν.

Μερικές μερίδες του πλεονάζοντος πληθυσμού βρίσκονται σε ενδιάμεση θέση ή μεταβατική κατάσταση μεταξύ πλεονάζοντος και περιττού πληθυσμού, είτε σε μετάβαση από την μία κατηγορία στην άλλη. Καθώς η ανεργία γίνεται μαζική, διαρκεί όλο και περισσότερο, ένα μεγαλύτερο μέρος της μετατρέπεται σε μακροχρόνια ανεργία και ένας αυξανόμενος αριθμός ανέργων μεταβαίνει στην κατάσταση του φτωχού, του άπορου και του περιττού, σε μια μεγάλη ποικιλία μορφών ύπαρξης που μπορεί να κυμαίνεται από τον μακροχρόνια συντηρούμενο από την οικογένεια έως τον καταναγκαστικά εργαζόμενο στα γερμανικά Arbeitshauser[4] έναντι προνοιακού επιδόματος. Μεταξύ πλεονάζοντος και περιττού πληθυσμού, ισχύει μια μορφή “εντροπίας”, με την έννοια ότι η πιθανότητα μετάβασης από τον πλεονάζοντα στον περιττό πληθυσμό είναι υψηλότερη από την αντίστροφη μετάβαση. Ο περιττός πληθυσμός αποκτάει έτσι δυσκατάπαυστη αδράνεια που είναι δύσκολο να υπερνικηθεί.

Παράλληλα με τη συρρίκνωση της συσσώρευσης κεφαλαίου στην Ελλάδα, βρίσκονται σε διαδικασία κατάρρευσης τα κανάλια του κοινωνικού κράτους με τα οποία διοχετεύει πόρους και υπηρεσίες για την συντήρηση και την αναπαραγωγή των μη εργαζόμενων υποτελών κοινωνικών ομάδων (συνταξιούχων, ανέργων, νεολαίας εργατικής προέλευσης, ατόμων σε κατάσταση σοβαρής υλικής στέρησης και άλλων). Ως αποτέλεσμα, μια κρίση συντήρησης και αναπαραγωγής, όχι μόνο των εργαζόμενων τάξεων, αλλά του συνόλου των υποτελών κοινωνικών τάξεων βρίσκεται σε εξέλιξη[5]. Η κοινωνία μας όπως την γνωρίζαμε αντιμετωπίζει αυξανόμενες δυσκολίες[6] να αναπαραχθεί στο κατώτερο τμήμα της, αυτό των υποτελών τάξεων.

Γνωρίζουμε από την ιστορία του καπιταλισμού ότι οι συνθήκες ανοιχτής κρίσης αναπαραγωγής απαιτούν την κρατική διαχείριση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων ώστε αυτές να εκτοπισθούν, είτε προς τα έξω (με την μετανάστευση και τη μείωση του προσδόκιμου ζωής), είτε προς τα μέσα δημιουργώντας χώρους εσωτερικής “κοινωνικής εξορίας”. Αυτό είναι το μέλλον που επιφυλάσσει ο καπιταλισμός σε όσους περνούν στον περιττό πληθυσμό, εκεί όπου ήδη βρίσκονται, στην παρούσα ιστορική συγκυρία της Ελλάδας, οι πρόσφυγες.

Σε αυτήν ακριβώς τη φάση της κρίσης κοινωνικής αναπαραγωγής, που θα βαθύνει με την εφαρμογή του μνημονίου Τσίπρα-Τσακαλώτου, πραγματοποιείται η συνάντηση της κρίσης με το προσφυγικό ζήτημα. Θα πρέπει να δούμε τη διαχείριση των προσφυγικών ροών, από τη στιγμή της υπογραφής της Συμφωνίας, σαν ένα πείραμα βιοπολιτικής, όχι με την έννοια ότι κάποιος το σχεδίασε όπως σε ένα εργαστήριο για να παρατηρήσει τα αποτελέσματα, αλλά σαν μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο η οποία θα διδάξει στην εξουσία τις πιθανές μορφές απώθησης των περιττών πληθυσμών, τις τεχνικές που θα χρησιμοποιήσει για να στείλει σε χώρους κοινωνικής εξορίας τον πλεονάζοντα πληθυσμό που παράγει η κρίση αναπαραγωγής εάν αυτή αποκτήσει ανοιχτό χαρακτήρα, εάν ο περιττός πληθυσμός διογκωθεί απειλητικά ή με τρόπο μη ανεκτό για την διατήρηση των πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών της “κανονικής” κοινωνίας που συγκροτείται γύρω από την συσσώρευση κεφαλαίου.

Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής δεν δημιουργεί όμως μόνο αυτήν την τάση, ανάπτυξης χώρων εσωτερικής κοινωνικής εξορίας του πλεονάζοντος πληθυσμού. Δημιουργεί και αντικειμενικές συνθήκες για μια ηγεμονική κρίση[7] που θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια την εξουσία της αστικής τάξης. Αναλυτικότερα, η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι, σήμερα, συνειδητά και αποφασιστικά τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων. Ακριβώς επειδή υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, η πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης έχει εισέλθει σε περίοδο αποσταθεροποίησης.

Η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής δημιουργεί λοιπόν δύο αντιφατικές τάσεις: Την τάση της περιθωριοποίησης μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων σε χώρους εσωτερικής κοινωνικής εξορίας ή απώθησης στο εξωτερικό αφενός, και την τάση της κρίσης ηγεμονίας της αστικής τάξης αφετέρου. Ποια από τις δύο τάσεις θα επικρατήσει της άλλης εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία αυτές οι δύο θα εκδιπλώνονται —και αυτό με τη σειρά του εξαρτάται από τη δική μας κοινωνική παρέμβαση και τον δικό μας πολιτικό αγώνα: εξαρτάται από την αποτροπή της εμφάνισης και της εγκατάστασης χώρων κοινωνικής εξορίας για τον περιττό πληθυσμό αφενός, και από την εμβάθυνση της κρίσης πολιτικής ηγεμονίας του αστισμού αφετέρου.

2. Οι πρόσφυγες, οι γειτονιές, οι ανταγωνιστικές δομές αναπαραγωγής

Να εντάξουμε τους πρόσφυγες στις γειτονιές μας για να αποτρέψουμε την εγκαθίδρυση χώρων κοινωνικής εξορίας για αυτούς: αυτή φαίνεται να είναι η πιο λογική λύση. Αλλά πώς; Με ποιους όρους; Με τι μέσα και με τι σκοπό;

Να εντάξουμε τους πρόσφυγες στις γειτονιές μας για να αποτρέψουμε την κυριαρχία χώρων κοινωνικής εξορίας σημαίνει να τους εντάξουμε στις διαδικασίες συντήρησης και αναπαραγωγής της δικής μας εργασιακής δύναμης, των γνώσεων και των ικανοτήτων μας για εργασία, που δεν πρέπει να χαθούν επειδή το κεφάλαιο δεν τις βρίσκει χρήσιμες. Να τους εντάξουμε, δηλαδή, στην ίδια ενιαία διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής που μπορεί να προστατεύσει εκείνους και εμάς.

Αυτό πάλι σημαίνει παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που είναι απαραίτητος όρος για την κοινωνική αναπαραγωγή. Όμως, ο παλιός τρόπος κοινωνικής αναπαραγωγής βρίσκεται στα χέρια του κράτους, υπακούει στη λογική της δημοσιονομικής πολιτικής και στην πολιτική βούληση της εκάστοτε κυβέρνησης να αυξήσει τους κοινωνικούς πόρους και τις δημόσιες δαπάνες, δεν υπάγεται λοιπόν στη δύναμή μας. Ο παλιός τρόπος κοινωνικής αναπαραγωγής βρίσκεται επίσης στα χέρια των αφεντικών, που καθορίζουν τους μισθούς με βάση τη δική τους απαίτηση για κερδοφορία. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να επιδιορθώσουμε τα σπασμένα κανάλια του κοινωνικού κράτους, και η υψηλή ανεργία, μαζί με την κατάργηση των θεσμών προστασίας της εργασίας, μας έχουν αφαιρέσει τη δυνατότητα να πιέσουμε αποτελεσματικά για αύξηση των μισθών. Με τόσο χαμηλούς μισθούς, όμως, δεν μπορούμε πια να στριμώξουμε την ικανοποίηση των αναγκών στο ασφυκτικό πλαίσιο της αναχρονιστικής, λιλιπούτειας, ανορθολογικής και σπάταλης παραγωγής του νοικοκυριού και της οικογένειας.

Οι ίδιες οι ανάγκες και οι ίδιοι οι περιορισμοί της ιστορικής στιγμής, υποδεικνύουν μια νέα κατεύθυνση: Να εντάξουμε τους πρόσφυγες στις γειτονιές μας όχι με τους όρους του κεφαλαίου και της εξουσίας του, αλλά με τους δικούς μας όρους, ενός υποδείγματος κοινωνικής οργάνωσης αναγκαστικά διαφορετικής από την κυρίαρχη. Η αυτο-οργάνωση και η αυτο-διεύθυνση στις γειτονιές, η απο-εμπορευματοποίηση, οι αυτοδιαχειριζόμενοι κοινωνικοί χώροι, τα κοινωνικά κέντρα και τα κοινωνικά ιατρεία, αντανακλούν τις αξίες της δικής μας, κόκκινης αλληλεγγύης. Οι συνεταιρισμοί παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με γνώμονα την ενεργειακή αυτονομία και εναντίον της λογικής της αξιοποίησης του κεφαλαίου, οι μορφές μη καπιταλιστικής παραγωγής στην εστίαση, στον ιματισμό και τα καθαριστήρια, τους παιδικούς σταθμούς και την εκπαίδευση, τα κοινωνικά ιατρεία και τις λέσχες πολιτισμού, οι κοινωνικοί πειραματισμοί για την υπέρβαση της ιεραρχικής οργάνωσης της εργασίας και τη διαίρεση σε διευθυντική-εκτελεστική εργασία, οι συλλογικές διαδικασίες στη λήψη αποφάσεων, μπορούν να διαμορφώσουν χώρους σχετικής αυτονομίας από το κεφάλαιο, εκπαίδευσης στη λογική και την ηθική της κοινωνίας των αναγκών και της κόκκινης αλληλεγγύης, σε αντιπαράθεση με τη λογική της κοινωνίας του κέρδους, της συσσώρευσης κεφαλαίου και της κατασπατάλησης των φυσικών πόρων.

Αυτή η λογική, των ανταγωνιστικών δομών αλληλεγγύης, μπορεί να εισχωρήσει και στα νοικοκυριά, να κοινωνικοποιήσει τις εργασίες που πραγματοποιούν ιδιωτικά και με τον τρόπο αυτό να προσφέρει στα μέλη τους μια νέα μορφή κοινωνικοποίησης, όχι πια διαμέσου της αγοράς αλλά δια της παραγωγής δημόσιων, συλλογικών, κοινωνικών αγαθών κάτω από μη ιεραρχικές, μη ανταγωνιστικές σχέσεις παραγωγής. Ο ανορθολογισμός της μικροσκοπίκής κλίμακας της οικιακής εργασίας μπορεί να αντικατασταθεί με την εξωτερίκευσή της, την κοινωνικοποίησή της, δηλαδή την πραγματοποίησή της από την κοινότητα και την ανάπτυξη συλλογικών μορφών κατανάλωσης, παραγωγής και διαχείρισης των προϊόντων της εργασίας. Συλλογική φροντίδα και εκπαίδευση των παιδιών, αυτοδιαχειριζόμενοι παιδικοί σταθμοί, εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση, κοινοτικά πλυντήρια και εστιατόρια, συνεταιρισμοί τροφίμων, συλλογική φροντίδα των αρρώστων και των ηλικιωμένων, ανάπτυξη μορφών διαχείρισης που βασίζονται στην άμεση δημοκρατία, συμμετοχή όλων στις δημόσιες υποθέσεις, και πολλά άλλα, με αποκλεισμό κάθε δυνατότητας εκμετάλλευσης της εργασίας.

Οι υλικές προϋποθέσεις για αυτά τα εγχειρήματα υπάρχουν: είναι καταρχάς οι άφθονοι χτισμένοι χώροι που κατακρατούνται σφραγισμένοι από την ιδιωτική ιδιοκτησία, τις τράπεζες και την κρατική μηχανή. Σε αυτά εμπίπτει και η περίπτωση της κατάληψης ξενοδοχείων, δηλαδή καπιταλιστικών επιχειρήσεων που αργούν επειδή δεν αποδίδουν ως κεφάλαιο. Δεν χρειαζόμαστε μόνο μία κατάληψη, χρειαζόμαστε εκατό, χρειαζόμαστε ένα μεγάλο κίνημα καταλήψεων κτιρίων που η κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία (μεγάλη και μικρή) κρατάει κλειστά επειδή δεν μπορούν πλέον να αποδόσουν ικανοποιητικό κέρδος (και πρόσοδο στην περίπτωση των ξενοδοχείων).

Υλική προϋπόθεση για αυτά τα εγχειρήματα, είναι επίσης οι γνώσεις και οι δεξιότητες των εργαζόμενων τάξεων. Αυτοί που κινούν τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που ασκούν χειρωνακτική εργασία και χειρίζονται τις μηχανές, εκείνοι που ασκούν διανοητική εργασία και βάζουν σε εφαρμογή τις νέες τεχνολογικές γνώσεις, οργανώνουν τις ροές των υλικών και ορθολογικοποιούν τις διαδικασίες για λογαριασμό του καπιταλιστή, αυτοί οι ίδιοι μπορούν να στήσουν, να θέσουν σε κίνηση, να συντηρήσουν και να αναπτύξουν έναν τρόπο κοινωνικής αναπαραγωγής που θα βασίζεται στις ανταγωνιστικές δομές αλληλεγγύης. Ανταγωνιστικές επειδή από τη φύση τους θα είναι μη καπιταλιστικές, και εν τέλει αντικαπιταλιστικές.

______________

Σημειώσεις

[1] Roy, A. (2011), “Slumdog Cities.” International Journal of Urban and Regional Research 35 (2): pp.223–238.

[2] Ash Amin (2013), “Telescopic urbanism and the poor”, City, 17:4, pp.476-492

[3] “They created a population without tradition, without memory, without bonds of solidarity (...) the only thing that keeps externally connected these dispersed pieces of a society in disaggregation is the fear of the disciplinary system --and this fear is incarnated by the ever and everywhere present police”, Alessi Dell’Umbria (2006), C’est de la racaille! Eh bien j’en suis. A propos de la révolte de l’automne 2005, Editions de l’Echappée.

[4] "Labour houses (Arbeitshauser) or hostels for the boarding of those who, in exchange for welfare benefit, were obliged to do compulsory labour”, Sergio Bologna (1996), Ναζισμός και Εργατική Τάξη 1933-1993, antifa scripta

[5] Κατά το 2014, το σύνολο των μισθωτών ανερχόταν σε 2,3 εκατομμύρια άτομα, των ανέργων σε 1,3 εκατομμύρια, και των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας σε 3,9 (εκ των οποίων βρίσκονται σε “κατάσταση σοβαρής υλικής στέρησης" τα 2,2 εκατομμύρια).

[6] Η θρυλική "ανάπτυξη" δεν θα μπορέσει (εάν και όταν εμφανιστεί) να αναχαιτίσει την κρίση αναπαραγωγής, καθώς ο προβλεπόμενος μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι μάξιμουμ 2% ανά έτος (με εξαίρεση τα δύο-τρία πρώτα χρόνια, όταν λόγω του χαμηλού σημείου εκκίνησης της οικονομίας ενδέχεται ο ρυθμός μεγέθυνσης του προϊόντος να ανέλθει στην περιοχή του 3%). Εξάλλου η "ανάπτυξη" έχει προ πολλού και με όλους τους τρόπους αποσυνδεθεί από την βελτίωση της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων: όλα τα οφέλη διοχετεύονται στα κέρδη, τους τόκους και τις προσόδους.

[7] Είναι ακόμη ηγεμονική δύναμη η αστική τάξη; περιοδικό Θέσεις, Ιούλιος 2013